ἑτεροπαχής

ἑτερο-πᾰχής, ές,
A of unequal thickness,

ξύλα Apollod. Poliorc.164.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροπαχής — ἑτεροπαχής, ές (Α) ο άνισα παχύς, αυτός που είναι παχύς στο ένα μέρος («ξύλα ἑτεροπαχῆ»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + παχής (< πάχος), πρβλ. ισο παχής] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροπαχῆ — ἑτεροπαχής of unequal thickness neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτεροπαχής of unequal thickness masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτεροπαχής of unequal thickness masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.